απίκο(υ)

απίκο(υ)
επίρρ. :

είμαι απίκο(υ) — быть готовым, быть наготове


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "απίκο(υ)" в других словарях:

  • απίκο — και απίκου (λ. ιταλ.), επίρρ. τροπ., έτοιμος για αναχώρηση: Στο καΐκι ήταν όλοι απίκου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απίκο — κ. απίκκο κ. απίκου κ. απίκκου επίρρ. κυριολ. σημαίνει κατακόρυφα, κάθετα φρ. είμαι ή στέκω απίκου «είμαι έτοιμος για αναχώρηση, είμαι υπ ατμόν». [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. φρ. a picco. Οι τ. σε ου κατ αναλογία με τα επιρρ. σε ου) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»